Ανακοινώσεις

Αναπτυξιακός ΤΡΑΥΛΙΣΜΟΣ και Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής – Υπερκινητικότητας (ΔΕΠ-Υ)

 

Μαρτίνης Ιωάννης, Λογοθεραπευτής, Κέντρο Προσέγγιση

Ο αναπτυξιακός τραυλισμός  αποτελεί μία διαταραχή της ροής ομιλίας ενός παιδιού και εκδηλώνεται τουλάχιστον  στην αρχική μορφή του μέσω επαναλήψεων (λέξεων ή τμήματος λέξεων λχ θα…θα πάω ή θα πα..πάω), επιμηκύνσεων ήχων (λχ ααααααααυτό), μπλοκαρισμάτων (ΜΠ….αμπάς) συνήθως κατά την πρώιμη προσχολική παιδική ηλικία. Με την πάροδο του χρόνου και την επίδραση τραυλικής εμπειρίας στο οικείο και λιγότερο οικείο περιβάλλον του παιδιού, μπορεί να συνοδευτεί από εμβολές ήχων, υπέρμετρη μυϊκή τάση, συμπεριφορές αποφυγής ή πάλης της δυσρυθμικής συμπτωματολογίας. Η συχνότητα εμφάνισης του τραυλισμού κατά την παιδική ηλικία ποικίλλει ανά χώρα αλλά υπολογίζεται στις Ευρωπαϊκές χώρες και στις ΗΠΑ περίπου στο 5% του παιδικού πληθυσμού (Yairi, 1999).

Η ΔΕΠ-Υ αποτελεί μία νευρολογική διαταραχή η οποία επηρεάζει την ικανότητα του ατόμου να ρυθμίσει αποτελεσματικά την προσοχή και συμπεριφορά του. Συχνά παρατηρείται υπερβολική ανάγκη για κίνηση, δυσκολία αναχαίτισης των κινητικών, λεκτικών παρορμήσεων καθώς και δυσκολία αποτελεσματικής διαχείρισης των συναισθημάτων (Goepel, Kissler, Rockstroth & Paul- Jordanov, 2011; Oades, Dauvermann, Schimmelmann, Schwartz & Myint, 2010). Εμφανίζεται περίπου στο 6-8% των παιδιών σχολικής ηλικίας και η συμπτωματολογία επιμένει και στην ενήλικη ζωή στο 70% των περιπτώσεων (DSM-4-TR,2000).

Οι δύο αυτές αναπτυξιακές διαταραχές (Τραυλισμός και ΔΕΠ-Υ) μοιράζονται ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά (Bobb et al., 2006):

  • συμβαίνουν συχνότερα σε αγόρια από ότι σε κορίτσια (χονδρικά η αναλογία είναι περίπου 5 αγόρια / 1 κορίτσι).
  • εμφανίζονται συχνότερα σε μονοζυγωτικά δίδυμα από ότι σε διζυγωτικά δίδυμα, υποδεικνύοντας πιθανή γενετική εμπλοκή στην νευρολογική προδιάθεση για εκδήλωση των διαταραχών.
  • εμφανίζουν συμπτώματα τα οποία επιβαρύνονται υπό την επίδραση του stress. .
  • εμφανίζουν συμπτώματα τα οποία μπορούν περιοριστούν αποτελεσματικά (τουλάχιστον περιστασιακά) όταν το παιδί χρησιμοποιεί θεραπευτικές τεχνικές στις οποίες έχει εκπαιδευτεί.
  • Και στις δύο διαταραχές έχουν εντοπιστεί δομικές και λειτουργικές νευρολογικές ιδιαιτερότητες ως προς την ποσότητα της λευκής/ φαιής ουσίας καθώς και ως προς την συνδεσιμότητα συγκεκριμένων  εγκεφαλικών υποδομών (πχ  σύστημα βασικών γαγγλίων) (Alm, 2005; Nakao, Radua, Rubia & Mataix-Cols, 2011).

Η συνύπαρξη Τραυλισμού και ΔΕΠ-Υ συναντάται στην ερευνητική βιβλιογραφία από το χαμηλό ποσοστό του 4% (Arndt & Healey,2001)  ως το υψηλό του 26% (Riley & Riley, 2000).  Η διακύμανση αυτή οφείλεται κυρίως στα διαφορετικά διαγνωστικά κριτήρια και ερευνητική μεθοδολογία που χρησιμοποιούν οι ερευνητές της κάθε έρευνας αλλά και από την διαφορετική αναπτυξιακή ηλικία όπου προβλέπεται να λάβει ένα παιδί την κάθε διάγνωση. Οπότε ένα παιδί που μπορεί να λάβει διάγνωση ΔΕΠ-Υ στη σχολική ηλικία μπορεί να έχει ιστορικό τραυλισμού όπου με θεραπευτική υποστήριξη ή δίχως υποστήριξη να έχει ήδη αναταχθεί και συνεπώς να μη συνυπάρχουν την χρονική περίοδο κατά την οποία μπορεί με ασφάλεια να λάβει διάγνωση ΔΕΠ-Υ ένα παιδί (μετά τα 6 έτη).

Σε έρευνα των Biederman et al. (1993) το 4% των παιδιών με ΔΕΠ-Υ ανέφεραν ιστορικό τραυλικής ομιλίας σε αντίθεση με το 2% του παιδιών στην ομάδα ελέγχου. Στην ίδια έρευνα το 18% των ενηλίκων με ΔΕΠ-Υ ανέφεραν αξιοσημείωτο ιστορικό δυσρυθμικής ομιλίας σε αντίθεση με μόλις το 3% των ενηλίκων στην ομάδα ελέγχου. Εξ’ αυτών των ευρημάτων μπορούμε να πούμε ότι η συνδυασμένη εμφάνιση δυσρυθμικής ομιλίας σε παιδιά με διαγνωσμένη ΔΕΠ-Υ τείνουν να οδηγούν σε περισσότερο ανθεκτική στην θεραπεία συμπτωματολογία ΔΕΠ-Υ η οποία συχνά οδηγεί σε χρόνιες σημαντικές δυσκολίες.

Αν κοιτάξουμε την συχνότητα εμφάνισης και από την πλευρά του Τραυλισμού τώρα βλέπουμε ότι οι Alm και Risberg (2007) αναφέρουν σημαντικά υψηλότερες τιμές στην κλίμακα συμπτωματολογίας ΔΕΠ-Υ κατά την παιδική ηλικία σε ενήλικες με επίμονο τραυλισμό, παρατήρηση που συνάδει με αντίστοιχη παρατήρηση σε έρευνα των Arndt και Healey (2001) ως προς τον παιδικό πληθυσμό.

Ακόμη περισσότερο ενδιαφέρον έχει η έρευνα των Riley και Riley (2000) όπου αξιολογώντας μία ομάδα 50 παιδιών με Τραυλισμό εντόπισε Διάσπαση Προσοχής  η οποία περιελάμβανε υψηλή παρορμητικότητα, φτωχή προσοχή, και υπέρμετρη κινητικότητα σε βαθμό που παρέπεμπε σε ΔΕΠ-Υ. Μάλιστα παλαιότερη έρευνα των Riley και Riley (1979) είχε καταδείξει ότι η θεραπευτική ενίσχυση του συστήματος προσοχής σε παιδιά με ΔΕΠ-Υ και Τραυλισμό πριν ή και κατά την διάρκεια του προγράμματος τροποποίησης τραυλισμού βελτίωνε τα θεραπευτικά αποτελέσματα και στην διαχείριση της ομιλίας των παιδιών. Πιθανώς επομένως μία στοχευμένη Εργοθεραπευτική ενίσχυση πριν ή παράλληλα με την απαραίτητη Λογοθεραπευτική ενίσχυση για ένα παιδί με Τραυλισμό ενδέχεται να αποδειχτεί ωφέλιμη.

Χρήσιμες αν μη τι άλλο είναι οι πληροφορίες που μας παρουσιάζουν οι ανά τον κόσμο ερευνητικές ομάδες για την συχνότητα και φύση της συνοσυρότητας μεταξύ Τραυλισμού και ΔΕΠ-Υ, αλλά ας ακούσουμε και τι παρατηρούν οι ίδιοι οι γονείς των παιδιών με Τραυλισμό. Σε έρευνα των Donaher και Richels (2012), το 58% των ερωτηθέντων γονέων αξιολόγησαν τα παιδιά τους πολύ κοντά ή εντός των διαγνωστικών χαρακτηριστικών για ΔΕΠ-Υ συμπληρώνοντας το ερωτηματολόγιο ADHD Rating Scale (Power et al. 2001). Σαφώς και το υψηλότατο αυτό ποσοστό μας προβληματίζει και μας ευαισθητοποιεί όμως θα πρέπει να κρατήσουμε και στο πίσω μέρος του μυαλού μας ότι πρόκειται για scanning ερωτηματολόγιο γεγονός που σημαίνει ότι το 58% των γονέων έκριναν ότι τα παιδιά τους πληρούν τα κριτήρια για πλήρη αναπτυξιακή αξιολόγηση του συστήματος προσοχής και οργάνωσης. Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι λογικά κάποια από αυτά τα παιδιά δεν θα πληρούν τα πλήρη κριτήρια για διάγνωση ΔΕΠ-Υ και συνεπώς θα είναι κατά τι μικρότερο. Όπως και να έχει όμως καλό είναι και οι θεραπευτές και οι γονείς να θυμόμαστε να μην υποτιμάμε συμπτώματα δυσρυθμικής ομιλίας σε παιδιά με ΔΕΠ-Υ και να αναζητούμε διαγνωστική βοήθεια από εξειδικευμένο Λογοθεραπευτή καθώς επίσης και να μην υποτιμάμε συμπτώματα που θυμίζουν αποκλίνουσα συγκέντρωση, μετάβαση προσοχής και αναχαίτισης της παρόρμησης και κινητικότητας.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

Alm,P.A. (2005). On the causal mechanisms of stuttering. Sweden: Lund University

Alm, P.A., & Risberg, J. (2007). Stuttering in adults: the acoustic startle response, temperamental traits, and biological factors. Journal of Communication Disorders, 40, 1-41.

Arndt, J. & Healey, E.C. (2001). Concomitant disorders in school-age children who stutter. Language, Speech and Hearing Services in Schools, 32 (2), 68-78.

Biederman, J., Faraone, S.V., Spencer, T., Wilens, T., Norman, D., Lapey, K.A., et al. (1993). Patterns of psychiatric comorbity, cognition, and psychosocial functioning in adults with attention deficit hyperactivity disorder. American Journal of Psychiatry, 150 (12), 1792-1798.

Bobb, A.J., Castellanos, F.X., Addington, A.M., & Raroport, J.L. (2006). /molecular genetic studies of ADHD: 1991 to 2004. American Journal of Medical Genetics Part B: Neuropsychiatric Genetics, 141B(6), 551-565.

Caruso, A.J., (1991). Neuromotor processes underlying stuttering. In H.F.M. Peters, W. Hulstijn, & C.W. Starkweather (Eds), Speech motor control and stuttering (pp. 27-42). Amsterdam: Elsevier.

Donaher,J., & Richels,C. (2012, December). Traits of attention deficit/hyperactivity disorder in school-age children who stutter. Journal of Fluency Disorders, vol.37 ,issue 4, 242-452.

Goepel, J., Kissler, J., Rockstroh, B., & Paul Jordanov, I. (2011). Medio-frontal and anterior temporal abnormalities in children with attention deficit hyperactivity disorder (ADHD) during an acoustic antisaccade task as revealed by electro-cortical source reconstruction. BMC Psychiatric, 11

Nakao,T., Radua,J.,Rubia,K.,& Mataix-Cols,D. (2011, August). Gray matter volume abnormalities in ADHD: Voxel based meta-analysis exploring the effects of age and stimulant medication. American Journal of Psychiatry.

Oades, R.D., Dauvermann,M.R., Schimmelmann,B.C.,Schwartz,M.J.,& Myint,A. (2010). Attention deficit hyperactivity disorder (ADHD) and glial integrity: S100B, cytokines, and kynureninemetabolism-effects on medication. Behavioral and Brain Functions, 6, 6-29.

Power,T.J., Costigan,T.E., Leff,S.,Eiraidi,R.B., & Landau,S. (2001). Assessing ADHD across settings: Contributions of behavioral assessment to categorical decision making. Journal of Clinical Child Psychology, 30, 399-412.

Riley,G., & Riley,J. (1979). A component model for diagnosing and treating children who stutter. Journal of Fluency Disorders, 4, 279-293.

Riley,G.D., & Riley,J. (2000). A revised component model for diagnosing and treating children who stutter. Contemporary issues in Communication Sciences and Disorders, 27,188-199.