Ανακοινώσεις

Επεξεργασία του ερεθίσματος. Τα μοντέλα “bottom – up” και “top – down”. Απαντήσεις σε 10 κοινά ερωτήματα των ειδικών.

Αλεξάνδρου Στράτος. Δ/ντής Κέντρου Προσέγγιση

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Έχετε σκεφτεί τις διαφορές στον τρόπο που αντιδράτε όταν:

-Περιμένετε ένα τηλέφωνο σε αντίθεση με το να χτυπάει ένα τηλέφωνο χωρίς να το περιμένετε;
-Ακούτε τη φωνή του ανθρώπου που βλέπετε σε αντίθεση με το να ακούτε τη φωνή ενός ανθρώπου που δεν έχετε αντιληφθεί ότι υπάρχει στο δωμάτιο;
-Διαβάζετε ένα βιβλίο στα Ελληνικά σε αντίθεση με το να διαβάζετε ένα βιβλίο σε μία γλώσσα που δεν γνωρίζετε καλά;
-Σας ακουμπάει το παιδί σας σε αντίθεση με το να σας ακουμπάει ένας άγνωστος;
-Ακούτε μουσική που βάλατε στο CD player σας σε αντίθεση με το να ακούτε μία μουσική που έβαλε κάποιος άλλος;
-Τρώτε ένα φαγητό που σιχαίνεστε σε αντίθεση με το να τρώτε ένα κέικ που αγαπάτε;
-Ακούτε έναν ήχο στο σκοτάδι με το ακούτε έναν ήχο την ημέρα;
-Σας εξηγούν κάτι λεκτικά σε αντίθεση με το να σας εξηγούν κάτι δείχνοντάς σας και εικόνες;
-Γράφετε μία αναφορά έχοντας βάλει σιγανή μουσική σε αντίθεση με το να σας έχουν βάλει δυνατή μουσική;
-Πρέπει να τρέξετε γιατί σας κυνηγάει ένας σκύλος σε αντίθεση με το να πρέπει να τρέξετε για να κάνετε γυμναστική ;
-Ενοχλείστε από τον ήχο της ομιλίας ενός ανθρώπου (τσιριχτή) σε αντίθεση με το να ενοχλείστε με αυτά που σας λέει;
-Ενοχλείστε από το αλάτι του φαγητού σε αντίθεση με το να ενοχλείστε με τη νοστιμιά του;
-Πίνετε κάτι καυτό σε αντίθεση με το να πίνετε κάτι που δεν σας αρέσει;
-Είστε κουρασμένοι σε αντίθεση με το να ξυπνάτε με το χέρι σας μουδιασμένο;
– Να πρέπει να θυμάστε το όνομα κάποιου που δεν σας ενδιαφέρει σε αντίθεση με το να θυμάστε το όνομα κάποιου που σας ενδιαφέρει;
-Περπατάτε στο δωμάτιο το βράδυ με διακοπή ρεύματος σε αντίθεση με το να περπατάτε στο δωμάτιο με ηλεκτρικό φως;

(1). Τι είναι η επεξεργασία;

Αν θελήσουμε να απαντήσουμε με την ακριβή περιγραφή του όρου «επεξεργασία», δεν έχουμε παρά να κατατρέξουμε στο λεξικό: «Η μελέτη ή ο έλεγχος για τη συναγωγή συμπερασμάτων, τη διαπίστωση πραγμάτων» αναφέρει ο Μπαμπινιώτης σε έναν από τους ορισμούς της λέξης.

Ουσιαστικά εάν κατατμήσουμε τη λέξη (επι-εξ-εργασία) σημαίνει «ξαναδουλεύω». Πραγματικά είναι ένα πολύ καλός όρος για να περιγράψει την λειτουργία αλλά και την αναγκαιότητα της εγκεφαλικής επεξεργασίας των ερεθισμάτων που μας βομβαρδίζουν στην καθημερινότητα μας. Είναι η αέναη διαδικασία μελέτης και ερμηνείας των περιβαλλοντικών ερεθισμάτων.

Οι στρατηγικές επεξεργασίας της πληροφορίας είναι τα μοντέλα «κάτω-επάνω» (“bottom-up”) και «επάνω-κάτω» (“top-down”) τα οποία και θα αναλυθούν παρακάτω. Ουσιαστικά, μπορούμε να τα δούμε ως στυλ σκέψης και διδασκαλίας

(2). Τι είναι η bottom – up επεξεργασία;

Το μοντέλο επεξεργασίας «κάτω-επάνω» (“bottom-up”), εμφανίζεται όταν αισθανόμαστε τις βασικές ιδιότητες του ερεθίσματος και τις ολοκληρώνουμε. Στην ουσία, πρωταρχική απαίτηση για να επεξεργαστούμε ένα ερέθισμα (μία περιβαλλοντική νέα απαίτηση), είναι να περάσει μέσα από τα «παράθυρα» των αισθήσεών μας (μάτι, αφτί, δέρμα, γλώσσα, μύτη, λαβύρινθο, μυς) και να ταξιδέψει με την κατάλληλη ένταση προς τα ανώτερα κέντρα εγκεφαλικής επεξεργασίας. Το αισθητηριακό εισερχόμενο χαρακτηρίζεται ως «κάτω» («down” ή “bottom”) και είναι αντικειμενικό, αφού στην ουσία αντικατοπτρίζει την υπάρχουσα ένταση και απαίτηση (πχ 5 κόκκοι αλάτι στη γλώσσα είναι αντικειμενικό ερέθισμα με συγκεκριμένο χλωριούχο νάτριο που κάνει χημική επεξεργασία με το σάλιο, , το παγάκι στο δέρμα έχει 0 βαθμούς C, ο ήχος μίας λέξης έχει συγκεκριμένα ντεσιμπέλ, η εμφάνιση ενός ανθρώπου μπροστά μας έχει συγκεκριμένη φωτεινότητα, η κλίση του σώματός μας 45ο προς μία πλευρά είναι συγκεκριμένες μοίρες, η βαθειά πίεση στο σώμα μας έχει συγκεκριμένα joule πίεσης).

Η επεξεργασία αυτή λοιπόν απαιτεί αντικειμενική ικανότητα να ταξιδέψει αυτή η πληροφορία στις ανώτερες –όπως προαναφέρθηκε- περιοχές επεξεργασίας. Σε αυτή την επεξεργασία λοιπόν, δεν υπάρχει υψηλότερη κατεύθυνση στην αισθητηριακή επεξεργασία . Είναι η διαδικασία μίας πρώτης επεξεργασίας, ή αλλιώς ενός προσανατολισμού προς ένα ερέθισμα που υπάρχει ή που εμφανίστηκε. Πολλοί ερευνητές ονομάζουν αυτή τη διαδικασία ως «αντίληψη». (εικόνα 1 παράρτημα).

(3). Τι είναι η top – down επεξεργασία;

Το μοντέλο επεξεργασίας «επάνω-κάτω» (“top-down”), εμφανίζονται κατά την προσπάθεια να επεξεργαστούμε αναλυτικότερα, να κατανοήσουμε και να χρησιμοποιήσουμε ή να αντιδράσουμε προς την απαίτηση που δημιούργησε το ερέθισμα που αντιλήφθηκε η «κάτω-επάνω» (“bottom-up”) επεξεργασία. Εμφανίζεται όταν οι προηγούμενες εμπειρίες και οι προσμονές χρησιμοποιούνται αρχικά για να αναγνωρίσουμε το ερέθισμα. Πρόκειται για μία υψηλότερη νοητική επεξεργασία (που περιλαμβάνει περισσότερη πληροφόρηση από άλλες πηγές), ονομάζεται «επάνω» (top ή up) και έτσι φυσικά είναι υποκειμενική (αφού σχετίζεται με προηγούμενες εμπειρίες, γνώσεις και «νευρωνικά μοντέλα»).

Η επεξεργασία αυτή λοιπόν απαιτεί υποκειμενική ικανότητα να αναγνωριστεί αυτή η πληροφορία από τις ανώτερες –φλοιώδεις συνειρμικές- περιοχές επεξεργασίας. Σε αυτή την επεξεργασία λοιπόν, υπάρχει υψηλότερη και περισσότερη κατεύθυνση στην αισθητηριακή επεξεργασία με γνωστικότητα (στόχοι –προθέσεις). Είναι η διαδικασία της νοητικής επεξεργασίας ως απάντηση του ερεθίσματος που υπάρχει ή που εμφανίστηκε. Πολλοί ερευνητές ονομάζουν αυτή τη διαδικασία ως «ανώτερες – επιτελικές- λειτουργίες». (εικόνα 2 παράρτημα)

(4). Ποια είναι η διαφορά και ποιος ο συνδυασμός σε αυτές τις 2 επεξεργασίες;

Όπως προαναφέρθηκε, και τα δύο μοντέλα είναι στην ουσία στρατηγικές επεξεργασίας της πληροφορίας (εικόνα 3 παράρτημα).

Είδαμε ότι η bottom – up επεξεργασία είναι αντικειμενική. Δεν υπάρχει ανώτερη επεξεργασία. Η top – down επεξεργασία είναι υποκειμενική, στηρίζεται στη νοητική επεξεργασία και τη εμπειρία και στηρίζεται οπότε σε ανώτερη επεξεργασία.

O David Goleman στο βιβλίο «Συναισθηματική Νοημοσύνη» δίνει ένα παράδειγμα: Αλήθεια, το μακρόστενο γκρι σπιράλ που έχω μπροστά μου είναι φίδι ή λάστιχο ποτίσματος; Με την πρώτη (αδρή) θαλαμιαία επεξεργασία (bottom – up) είναι ίδιο, οπότε ο αμυγδαλοειδής πυρήνας έρχεται σε ετοιμότητα κινδύνου και εμφανίζει την πρώτη fff (έστω και ήπια) αντίδραση. Η φλοιώδης επεξεργασία (top – down) θα αποφασίσει εάν ο συναγερμός θα πρέπει να λήξει (=λάστιχο) ή όχι (=φίδι), οπότε θα πρέπει να σχεδιάσει και προγραμματίσει δράση.

Υπόδειγμα δράσης στηριγμένης στην αντίληψη του ερεθίσματος (bottom – up): Όταν υπάρχει ένα κουνούπι στο δωμάτιο, μας ενημερώνει η ακοή μας, η όρασή μας και η αφή μας στο σημείο που ακουμπάει ή που μας τσιμπάει (αντίληψη / bottom – up). Μετά την κατάλληλη επεξεργασία και αντίληψη του πού βρίσκεται (κατανόηση / top – down), αποφασίζουμε και φέρνουμε γρήγορα το χέρι σε εκείνο το σημείο για να απαλλαγούμε από αυτό. Στη συνέχεια, ζητάμε πληροφορία πάλι από τις ίδιες αισθήσεις (αντίληψη / bottom – up), για να κατανοήσουμε εάν συνεχίζει να υπάρχει ή αν πέτυχε το εγχείρημά μας (κατανόηση / top – down) (εικόνα 4 παράρτημα).

Υπόδειγμα δράσης στηριγμένης σε πρότερη εμπειρία (top – down): Ενώ βρισκόμαστε σε ένα δωμάτιο στο σπίτι μας, σβήσουν ξαφνικά τα φώτα. Για να κινηθούμε, οι αισθήσεις μας δεν μπορούν να λάβουν την κατάλληλη και απαραίτητη πληροφόρηση για να βοηθήσουν για αυτό. Ο μόνος τρόπος για να κινηθούμε είναι να στηριχτούμε στην προηγούμενη πληροφορία που είχαμε για το δωμάτιο και στην χωροταξική μνήμη μας για αυτό (top – down). Κινούμαστε λοιπόν στο σκοτάδι προς το σημείο που αναμένουμε (πχ τον καναπέ) και αναμένουμε την απτική πληροφόρηση από το πόδι μας που θα ακουμπήσει εκεί (bottom – up) για να επιβεβαιωθεί το σενάριό μας (εικόνα 5 παράρτημα).

Υπόδειγμα συνδυαστικών δράσεων (bottom – up και top – down): Όταν μας λένε κάτι που δεν το κατανοούμε (top – down), ζητάμε να μας επαναλάβουν το ερέθισμα, να επαναληφθεί δηλαδή η bottom – up πληροφόρηση. Όταν δούμε κάτι και δεν το κατανοούμε (top – down), ξανακοιτάζουμε την πληροφορία (bottom – up) για να λάβουμε περισσότερες λεπτομέρειες. Όταν μας γράφουν κάτι στην πλάτη που δεν το κατανοούμε (top – down), ζητάμε να το επαναλάβουν (bottom – up). Όταν ψάχνουμε να βρούμε κάτι στην τσάντα μας που είναι κρεμασμένη στο πλάι και δεν το βρίσκουμε (top – down), συνεχίζουμε να λαμβάνουμε απτική πληροφορία (bottom – up), να ψάχνουμε δηλαδή.

Υπόδειγμα αποκωδικοποίησης πληροφοριών: Μας λέει ο σερβιτόρος στο εστιατόριο τη φράση «καθίστε σε εκείνο το τραπέζι». Έχουμε 2 επιλογές: (1) στηριζόμενη στο bottom – up μοντέλο: Αποκωδικοποιούμε την bottom – up πληροφορία (τη σειρά των λέξεων) και με σημασιολογική ερμηνεία καθόμαστε στο τραπέζι. (2) στηριζόμενη στην top – down πληροφόρηση: Ερμηνεύουμε κατάλληλα την bottom – up πληροφορία (τη σειρά των λέξεων) και με πραγματολογική σημασιολογική ερμηνεία καθόμαστε στην καρέκλα που βρίσκεται δίπλα στο τραπέζι.

(εικόνα 6 και 7 παράρτημα).

(5). Ποιος ο ρόλος του συναισθήματος σε όλα αυτά;

Στο μέσον του εγκεφάλου (για αυτό οι επιστήμονες εκτός από «λιμπικό» ή «μεταιχμιακό» σύστημα το λένε και «μεσεγκέφαλο»), γίνεται η βασικότερη επεξεργασία σε όλα τα θηλαστικά που σχετίζεται με την άμεση αντίδραση επιβίωσης εάν χρειαστεί. Εκεί είναι τοποθετημένα τα υπεύθυνα όργανα πρώτης αναγνώρισης των ερεθισμάτων και «ταξινόμησής» τους ως επικίνδυνα ή ακίνδυνα ή ευχάριστα. Στην περιοχή αυτή λοιπόν υπάρχει ο «ιππόκαμπος» (υπεύθυνος για τη μνημονική ταύτιση του νέου ερεθίσματος με παλαιότερα), ο «αμυγδαλοειδής πυρήνας» (υπεύθυνος για την ενεργοποίηση ή όχι της αντίδρασης προστασίας – άρα υπεύθυνος για το φόβο) και ο «θάλαμος» (υπεύθυνος για να κάνει την πρώτη αναγνώριση). Η φύση λοιπόν έδωσε αυτά τα συστήματα στα θηλαστικά για να εξασφαλίσει την επιβίωση ετοιμάζοντας την αντίδραση δράσης ή φυγής (fff αντίδραση) όταν υπάρξει κίνδυνος.

Αυτά τα συστήματα, ή αλλιώς εγκεφαλικές δομές, λαμβάνουν συνεχή πληροφόρηση τόσο από τα κατώτερα συστήματα του εγκεφάλου που μεταφέρουν τις αισθήσεις, όσο και από τα ανώτερα συστήματα του εγκεφάλου (το φλοιό) που μεταφέρει τις σκέψεις, προσδοκίες, συνειρμούς και κίνητρα (εικόνα 8 παράρτημα).

Τι να σημαίνει λοιπόν αυτό; Ότι το σύστημα «προσοχή κίνδυνος» μπορεί να ενεργοποιηθεί από μία σκέψη (πχ το δωμάτιο έχει κατσαρίδες). Αυτό θα επιφέρει στο σύστημα συναγερμού του οργανισμού μας αυξημένη ετοιμότητα σε ότι μικρό «δει» ή «ακουμπήσει το σώμα» ή «τρίξει». Ότι λοιπόν αισθητηριακό εισερχόμενο και εάν χρειαστεί να ταξιδέψει, θα συναντήσει στο σύστημα αξιολόγησης την φοβισμένη ερώτηση: «κατσαρίδα ή όχι;» με άμεση ετοιμότητα αντίδρασης. Η σκέψη λοιπόν (top-down υποκειμενική επεξεργασία) θα επηρεάσει άμεσα την αντίδραση στο εισερχόμενο (bottom-up αντικειμενική επεξεργασία) ερέθισμα. Το απαλό άγγιγμα λοιπόν του μανικιού στο μπράτσο (αντικειμενικό) θα προκαλέσει στο μεταιχμιακό σύστημα άμεση αντίδραση αποφυγής αφού αρχικά θα ερμηνευτεί «σαν κατσαρίδα» μέχρι η δεύτερη εκτίμηση του φλοιού να αποκαταστήσει την αντικειμενικότητα της αναγνώρισης (αν ενδιάμεσα δεν έχει το άτομο αντιδράσει τόσο έντονα που να έχει ήδη πυροδοτηθεί πανικός).

Το σύστημα όμως «προσοχή κίνδυνος» μπορεί να ενεργοποιηθεί και από ένα ερέθισμα. Δεν χρειάζεται πολύ σκέψη σε κάτι αιφνίδια επικίνδυνο (όταν ακουμπήσουμε κάτι καυτό, όταν ακούσουμε έναν οξύτατο ήχο, όταν κάτι πικρό μπει στο στόμα μας, όταν αισθανόμαστε ότι πέφτουμε) για να αντιδράσουμε άμεσα προστατεύοντας τον εαυτό μας. Το αντικειμενικό ερέθισμα ερεθίζει την fff αντίδραση άμεσα με ένα και μόνο σκοπό: Την προστασία! Να σταματήσει αυτή η απειλή! Όταν όμως το άτομο έχει υπερ-ευαισθησία σε ερεθίσματα, τότε πχ ένα απλό άγγιγμα μπορεί να είναι για το σύστημα συναγερμού «κίνδυνος». Πιθανά αν αναγνωριστεί ως «μεγάλος κίνδυνος», να σταματήσει την περαιτέρω επεξεργασία και απλά να λειτουργήσει με το σύστημα προστασίας «πρέπει αμέσως αυτό να σταματήσει» (fff). Από την άλλη, αν το άτομο είναι υπο-ευαίσθητο, τότε μπορεί το σύστημα συναγερμού να μη δώσει καμία σημασία και να έχει προχωρήσει σημαντικά ο βαθμός εγκαύματος πριν να καταλάβει ότι καίγεται!

Όταν λοιπόν ο «αμυγδαλοειδής πυρήνας» δέχεται είτε bottom – up είτε top-down πληροφορίες κινδύνου, όλα είναι τόσο απλά: Το σύστημα θα είναι φοβισμένο! Το σύστημα θα είναι σε συναγερμό κινδύνου!

(6). Ποιες οι προϋποθέσεις για να υπάρξει μία κατάλληλη bottom – up επεξεργασία;

Οι ικανότητες που πρέπει να έχει το νευρικό μας σύστημα για να μπορέσει να προχωρήσει απρόσκοπτα στη bottom – up επεξεργασία στηρίζονται σε πιο πρώιμα δεδομένα νευρολογικής λειτουργίας, για αυτό και αυτή η επεξεργασία είναι η κυρίαρχη που συναντιέται στο βρέφος, στο «Αισθητικοκινητικό Στάδιο» κατά Piaget κατά τα πρώτα ακόμα στάδια ανάπτυξης (παιχνίδι ανακάλυψης και πρώτο-πειραματισμού). Θα στηριχτούν λοιπόν στα εξής:

-Ικανότητα καλής αισθητηριακής ρύθμισης
-Καλή διέγερση
-Καλή υγεία
-Υγιή αισθητηριακά συστήματα
-Αποστολή προσοχής
-Έλεγχο ανάγκης για κίνηση

(εικόνα 9 παράρτημα)

Αυτές οι διεργασίες θα επιφέρουν στο νευρικό σύστημα την ανάπτυξη βασικών προαπαιτούμενων λειτουργιών όπως:

-Προσαρμογή (adaptation)
-Εξοικείωση (habituation)
-Αναχαίτιση (inhibition)
-Διευκόλυνση (facilitation)
-Ευαισθητοποίηση (sensitization)

(εικόνα 10 παράρτημα)

Βλέπουμε λοιπόν ότι αυτή η επεξεργασία θα στηριχτεί πάρα πολύ στην καλή ικανότητα αισθητηριακής επεξεργασίας

(7). Ποιες οι προϋποθέσεις για να υπάρξει μία κατάλληλη top – down επεξεργασία;

Οι ικανότητες που πρέπει να έχει το νευρικό μας σύστημα για να μπορέσει να οδηγήσει τη bottom – up πληροφορία σε πιο αποτελεσματική top – down επεξεργασία και να την κατανοήσει, θα στηριχτεί σε δευτερεύουσας εξέλιξης ικανότητες νοητικής λειτουργίας και συνειρμών, για αυτό και συναντιέται στο παιδί όταν φτάσει στο στάδιο της συνδυαστικής σκέψης, αναπαράστασης και αλληλοσυσχετισμών κατά Piaget. Αυτή η επεξεργασία λοιπόν θα σχετιστεί με την σκέψη και το συνειρμό. Θα στηριχτεί λοιπόν στις εξής ικανότητες:

-Διάκρισης
-Ιδεασμού
-Μνήμης
-Συνειρμικής διαδικασίας
-Συνδυαστικής σκέψης
-Κατηγοριοποίησης
-Διαφοροποίησης
-Συγκέντρωσης
-Αναστολής
-Ιεράρχησης
-Σχεδιασμού
-Επίλυσης προβλήματος
-Κινήτρων

(8). Ποιο είναι το καλύτερο μοντέλο;

Στην ουσία τα δύο αυτά μοντέλα είναι εντελώς διαφορετικά αλλά και τα δύο επίσης το ίδιο ουσιαστικά. Φανταστείτε ένα παιδί να προσπαθήσει να διαβάσει, χωρίς να έχει ικανότητα οπτικής ικανότητας figure ground. Φανταστείτε ένα παιδί να προσπαθεί να καταλάβει κάποιον που μιλάει με ένα τόνο φωνής που δεν μπορεί να ακούσει ή από την άλλη που είναι πολύ ενοχλητική για αυτό. Φανταστείτε ένα παιδί να προσπαθεί να φτιάξει ένα γράμμα με πλαστελίνη ενώ σιχαίνεται την πλαστελίνη. Φανταστείτε ένα παιδί να προσπαθεί να φάει ένα φαγητό που του ερεθίζει το στόμα. Φανταστείτε ένα παιδί να προσπαθεί να γράψει ενώ αισθάνεται το χέρι του σαν μουδιασμένο ή σαν ξένο. Φανταστείτε ένα παιδί να προσπαθεί να μάθει την ορθογραφία του ενώ νυστάζει.

Από την άλλη όμως: Φανταστείτε ένα παιδί με καλή αφή να μην μπορεί να καταλάβει τι αγγίζει. Φανταστείτε ένα παιδί με καλή οπτική επεξεργασία να μην μπορεί να καταλάβει τι διαβάζει. Φανταστείτε ένα παιδί με καλή ακοή να μην μπορεί να καταλάβει τι του λέμε. Φανταστείτε ένα παιδί με καλή γευστική λειτουργία να μην μπορεί να καταλάβει τι τρώει. Φανταστείτε ένα παιδί με καλή αίσθηση ισορροπίας να μην μπορεί να καταλάβει εάν κινείται μπροστά ή πίσω. Φανταστείτε ένα παιδί με καλή ιδιοδεξία να μην μπορεί να καταλάβει πώς να πετάξει μία μπάλα. Φανταστείτε ένα παιδί με καλή αισθητηριακή διάκριση να μη μπορεί να καταλάβει τη σειρά που πρέπει να ακολουθήσει για να φτιάξει ένα τοστ.

Δεν υπάρχει λοιπόν καλύτερο μοντέλο επεξεργασίας! Είναι και τα δύο το ίδιο βασικά και ουσιαστικά για να αναπτυχθεί η ικανότητα για κατάλληλη προσαρμοστική αντίδραση.

(9). Ποιο είναι το πρωταρχικό μοντέλο;

Ο Αριστοτέλης έλεγε: «ουδέν εν το νοώ ο μη πρότερον εν τη αισθήσει». Αν θελήσουμε να το προσαρμόσουμε με την παρούσα παρουσίαση, στην ουσία έλεγε «τίποτα δεν μπορεί να γίνει κατανοητό από το «επάνω-κάτω» μοντέλο, εάν πρώτα δεν περάσει από το «κάτω-πάνω» μοντέλο).

Φαίνεται τόσο αυτονόητο και απλό. Και όμως είναι συχνά τόσο δύσκολο να το κατανοήσουμε οι γονείς, οι εκπαιδευτικοί και οι ειδικοί! Δίνουμε έμφαση στη νοητική επεξεργασία, στη σκέψη, στον συνειρμό, ξεχνώντας όμως πάρα πολύ συχνά ποια ερεθίσματα μπορούν να γίνουν ευκολότερα επεξεργάσιμα για το παιδί και πώς θα προσπαθήσουμε να βοηθήσουμε το ταξίδι της πληροφόρησης μέχρι το φλοιό.

Υποδείγματα δυσκολιών στηριζόμενων στο bottom – up μοντέλο επεξεργασίας: Προσπαθούμε να καταλάβουμε αυτό που μας λέει κάποιος (top – down) ενώ μας μιλάει μέσα σε ένα χώρο με πολύ δυνατή μουσική (bottom – up). Προσπαθούμε να βρούμε τα κλειδιά μας (top – down) σε ένα δωμάτιο ακατάστατο (bottom – up). Προσπαθούμε να βρούμε στην τσέπη του μπουφάν μας το κλειδί μας (top – down) ενώ βρίσκονται μέσα κέρματα, μεταλλικά ελάσματα και διάφορα άλλα υλικά (bottom – up). Προσπαθούμε να καταλάβουμε εάν το φαγητό έχει το κατάλληλο αλάτι (top – down) ενώ είναι πολύ καυτερό (bottom – up). Προσπαθούμε να κατανοήσουμε τι διαβάζουμε (top – down) σε ένα δωμάτιο που μιλούν πολλοί άνθρωποι μαζί και φωναχτά (μικτό bottom – up). Προσπαθούμε από την άλλη να κατανοήσουμε αυτό που διαβάζουμε (top – down) σε ένα δωμάτιο με πολύ χαμηλό φωτισμό (bottom – up). Προσπαθούμε να θυμηθούμε το όνομα ενός ανθρώπου (top – down) ενώ κάνουμε τραμπολίνο (bottom – up).

Σκεφτόμαστε πολύ τη νοητική επεξεργασία, σκεφτόμαστε την επιτελικότητα στις λειτουργίες και σκεφτόμαστε στην ουσία όπως ……. εμείς! Αυτό-νόητα! Νομίζουμε ότι το bottom-up μοντέλο είναι αυτονόητο. Ας σκεφτούμε όμως και εμείς ερεθίσματα που μας ανατριχιάζουν, που δεν αντέχουμε! Και ας σκεφτούμε πόσο συνειρμό μπορούμε να διατηρήσουμε όταν εκτιθέμεθα σε αυτά!

Πρώτα λοιπόν φροντίζουμε το απρόσκοπτο αισθητηριακό ταξίδι να φτάσει ομαλά στις περιοχές της συναισθηματικής επαγρύπνησης και πρώτο-αξιολόγησης (λιμπικό σύστημα, αμυγδαλο-ιπποκάμπειες περιοχές, θάλαμο) και μετά το πώς αυτή η αίσθηση θα γίνει κατανοητή ώστε να προγραμματιστεί η κατάλληλη σε αυτό σκόπιμη αντίδραση (έργο).

(10). Πώς να χρησιμοποιήσω τα παραπάνω ως ειδικός κατά την επιβοήθησή μου προς το παιδί;

(α). Τα μοντέλα ως στυλ διδασκαλίας:

Το πρώτο που θα πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας, είναι ότι για την επεξεργασία του ερεθίσματος, χρειάζονται 2 δεξιότητες:

1. Αισθητηριακή αντίληψη του ερεθίσματος
2. Κατανόηση του ερεθίσματος.

Στην προσπάθειά μας λοιπόν να επιβοηθήσουμε ένα παιδί στο να μάθει, δεν θα πρέπει να ξεχάσουμε να επιλέξουμε πολύ προσεχτικά το ερέθισμα που θα δώσουμε. Θα πρέπει να είναι ένα ερέθισμα τόσο ευκρινές και άνετο ώστε να γίνει εύκολα αντιληπτό (bottom – up), όσο και το τόσο ευκρινές και εύκολο ώστε να γίνει κατανοητό. Με άλλα λόγια, για να μπορέσουμε να ενεργοποιήσουμε σε ένα παιδί τους μηχανισμούς σχεδιασμού, προγραμματισμού και εκτέλεσης, θα πρέπει να έχουμε εξασφαλίσει τον κατάλληλο προσανατολισμό και ιδεασμό προς την απαίτηση (εικόνα 11 και 12 παράρτημα).

Για το λόγο αυτό, ο συγγραφέας έχει δημιουργήσει το ακρωνύμιο «περί» (Αλεξάνδρου 2014) για την επιλογή του ερεθίσματος:

ΠΕΡΙ-βάλλον (για την bottom – up επεξεργασία): Πρέπει να αναρωτηθούμε για τα υλικά που επιλέγουμε: Είναι το παιδί αισθητηριακά εξοικειωμένο, μετρίως εξοικειωμένο, μη εξοικειωμένο σε αυτά; Μήπως το ερεθίζουν αρνητικά; Μήπως είναι πολύ αδύναμα για το συγκεκριμένο παιδί για να γίνουν αντιληπτά; Πρέπει να αναρωτηθούμε επίσης για το περιβάλλον μέσα στο οποίο δίνουμε την πρόκληση: Είναι το παιδί εξοικειωμένο, μετρίως εξοικειωμένο, μη εξοικειωμένο αισθητηριακά; Είναι ενοχλητικό ή μη καταγραφικό για το παιδί; Είναι δηλαδή το περιβάλλον μάθησης (με βάση ένα δεύτερο ακρωνύμιο του ιδίου) ΠΑΡΑ-λληλο για τις ανάγκες του παιδιού ή ΠΑΡΑ-σιτικό;

ΠΕΡΙ-εχόμενο (για την top – down επεξεργασία):: Πρέπει να αναρωτηθούμε για τα υλικά που επιλέγουμε: Είναι για το παιδί συνειρμικά οικεία, μετρίως οικεία, άγνωστα; Πρέπει να αναρωτηθούμε για τη νοηματοδότηση της πρόκλησης που επιλέγουμε: Είναι συνειρμικά οικεία, μετρίως οικεία, άγνωστη; (εικόνα 13 και 14 παράρτημα).

Για αυτό το λόγο, όλοι οι ειδικοί θα πρέπει να είναι εξοπλισμένοι με γνώσεις τόσο αισθητηριακής ολοκλήρωσης και αισθητηριακής δίαιτας, όσο και γνωσιακής προσέγγισης.

(β). Τα μοντέλα ως στυλ σκέψης:

Κατά τον ίδιο τρόπο, θα πρέπει να σκεφτόμαστε και τις 2 διαδικασίες επεξεργασίας όταν προσπαθούμε να αποκωδικοποιήσουμε και κατανοήσουμε τη συμπεριφορά ενός παιδιού.
Ας δούμε κάποια παραδείγματα:

«Το παιδί δεν κόβει τα νύχια του» γιατί έχει απτική αμυντικότητα (bottom – up) ή γιατί έχει προηγούμενη αρνητική εμπειρία από κόψιμο νυχιών (top – down) με έναν συγκεκριμένο άνθρωπο που του έκοψε τα νύχια;

«Το παιδί τρώει επιλεκτικά» γιατί: Έχει στοματική αμυντικότητα ή δεν έχει καλή ιδιοδεκτική ενημερότητα της γλώσσας ή δεν έχει καλά αντανακλαστικά κατάποσης ή δεν έχει καλή καλό συνδυασμό αναπνοής με μάσηση (bottom – up επεξεργασία); Ή από την άλλη έχει εμμονική συμπεριφορά ή έχει συναισθηματικές δυσκολίες ή δεν ξέρει πώς να κινήσει τη γλώσσα ή να μασήσει (top – down επεξεργασία);

«Το παιδί δεν ζωγραφίζει» γιατί: Έχει κακή ιδιοδεξία ή δυσκολεύεται στην οπτική αντίληψη ή έχει απτική αμυντικότητα ή υπο-ευαισθησία (bottom – up επεξεργασία); Ή από την άλλη δεν γνωρίζει το σώμα του ή δεν ξέρει πώς να κρατήσει το μολύβι ή δεν ξέρει πώς να τραβήξει γραμμές ή δεν έχει συνειρμική αναπαραστατική ή συμβολική σκέψη (top – down επεξεργασία);

«Το παιδί είναι κινητικά ανήσυχο» γιατί: Έχει ανάγκη να τροφοδοτεί τα αισθητηριακά συστήματα κίνησης (αιθουσαιο-ιδιοδεξία) ή είναι ανήσυχο από τα ερεθίσματα που τα λαμβάνει ως χείμαρρο ή αισθάνεται μουδιασμένο (bottom – up επεξεργασία); Ή από την άλλη είναι φοβισμένο από κάτι ή θέλει να μας προκαλέσει ή αρνείται να εμπλακεί σε κάτι δύσκολο ή βαριέται ή δεν ξέρει τι άλλο να κάνει (top – down επεξεργασία);

Για αυτό λοιπόν δεν πρέπει να ξεχνάμε: Μία συμπεριφορά οφείλεται είτε σε bottom – up παράγοντες (οπότε και θα πρέπει να σκεφτούμε ανάπτυξη στρατηγικών προ-συμπεριφοράς) είτε σε top – down παράγοντες (οπότε και θα πρέπει να σκεφτούμε ανάπτυξη στρατηγικών μετά – συμπεριφοράς). (εικόνα 15 παράρτημα)

ΚΛΕΙΝΟΝΤΑΣ

Η Temple Grandin, ενήλικας με αυτισμό, ίσως η πιο δημοφιλής ενήλικας που περιέγραψε τόσο ωραία και μεστά τον αυτισμό της, αναφέρει στο τελευταίο βιβλίο της: “I have talked to researchers who even say that the sensory problems aren’t real. They call themselves strict behaviorists. I call them biology deniers” («Έχω μιλήσει με ερευνητές που πιστεύουν ότι δεν υπάρχουν αισθητηριακές δυσκολίες. Αποκαλούν τους εαυτούς τους κάθετους συμπεριφοριστές. Εγώ τους αποκαλώ αρνητές της βιολογίας»).

Πολλοί λοιπόν ειδικοί, εκπαιδευτικοί, ερευνητές, ακόμα και γονείς, παραβλέπουν το bottom – up μοντέλο ή το θεωρούν αυτονόητα ουδέτερο και αντικειμενικό. Πιστεύουν ότι τα 45 ντεσιμπέλ είναι για όλους 45 ντεσιμπέλ. Ότι το απαλό χάδι είναι για όλους απαλό. Ότι η ικανότητα εικόνας – φόντου είναι για όλους η ίδια. Ότι η ισορροπία είναι για όλους αυτονόητη. Ότι η ενημερότητα του πού είναι τα μέλη του σώματος έχουν για όλους την ίδια ένταση. Ότι η ανάγκη της κίνησης είναι για όλους η ίδια.

Και όμως δεν είναι!

Η πάθηση που περισσότερο το έχει αποδείξει (και με βάση το DSM-5 το έχει επίσης ονοματίσει) είναι ο αυτισμός. Η πάθηση με τις περισσότερες δυσκολίες στην αισθητηριακή επεξεργασία και τις περισσότερες οπότε bottom – up ιδιαιτερότητες.

Τα μοντέλα επεξεργασίας φροντίζουν όλο το ταξίδι της απαίτησης. Γιατί μαθαίνουμε στηριζόμενοι σε όλο τα ταξίδι της απαίτησης. Από τον προσανατολισμό στο ερέθισμα, στην μεταιχμιακή αποδοχή του και τέλος στην κατανόηση και ανώτερη επεξεργασία σχεδιασμού και προγραμματισμού.

Θα ζητούσαμε σε ένα άτομο με προβλήματα όρασης να κατανοήσει αυτό που του δείχνουμε; Σε ένα άτομο με προβλήματα ακοής να κατανοήσει αυτά που του είπαμε; Σε ένα άτομο με έγκαυμα να κατανοήσει τι είναι αυτό που τοποθετήσαμε στην καμένη δερματική περιοχή του; Σε ένα άτομο με στοματίτιδα να μασήσει; Σε ένα άτομο με ακρωτηριασμό να κινήσει το κομμένο μέλος; Σε ένα άτομο με ζαλάδες να χορέψει; Σε ένα άτομο με τοπική νάρκωση στο στόμα (πχ για εξαγωγή δοντιού) να καταλάβει τι βάλαμε στο στόμα του;

Στα παραπάνω η διαταραχή bottom – up διαδικασίας είναι αυτονόητη και αυτο-αποδεικνυόμενη. Στα παιδιά όμως με τις «κρυμμένες δυσκολίες», τα αναπτυξιακά όπως λέμε περιστατικά, δεν είναι μεν αυτονόητη η διαταραχή bottom – up αλλά υπάρχει!

Υπάρχει σε όλες τις στοιβάδες του εγκεφάλου! Όχι μόνο στο φλοιό!

ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΟΛΑ ΤΑ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ ΠΑΤΩΝΤΑΣ ΕΔΩ