Ανακοινώσεις

Μένω ασφαλής : Δύο πανέμορφα παραμύθια της Μαρίνας μας

Μαρίνα Μάγκλαρη, Ψυχολόγος – Δραματοθεραπεύτρια. Κέντρο Προσέγγιση

ΠΑΡΑΜΥΘΙ 1

“Δρόμοι από δάκρυα πλασμένοι”

Ήταν κάποτε, πολύ παλιά, σε μια μακρινή, πολύ μακρινή χώρα, ένα μικρό κοντό αγόρι. Αυτό τ’ αγόρι είχε δυο κοντά χέρια, δυο κοντά πόδια, ένα στρογγυλό σα μπάλα κεφάλι και πάνω του φουντωτά μπερδεμένα μαλλιά. Στο μικροφτιαγμένο του πρόσωπο χωρούσαν ίσα ίσα δυο τεράστια καστανά μάτια, τόσο παράταιρα με την υπόλοιπη όψη του, που θαρρείς τα είχαν κόψει χάρτινα, από φυλλάδες της εποχής και του τα είχαν κολλήσει ορθάνοιχτα κάτω απ’ τα πυκνά φρύδια και γύρω από τη μύτη και του ζωγράφισαν τεράστιες βλεφαρίδες, να μπορεί να σκιάζει το βλέμμα του. Αυτό το κοντόσωμο αγόρι φορούσε φαρδιά ρούχα, τόσο φαρδιά, που καμιά φορά ξεχνούσε πως είχε χέρια, αφού τα έχανε μέσα στο ύφασμα που κρεμόταν από τον λεπτοκαμωμένο κορμό του.

Το αγόρι τριγυρνούσε όλη μέρα μονάχο του, καθώς δεν ταίριαζε στα παιχνίδια που ταίριαζαν στα μεγαλόσωμα αγόρια της ηλικίας του. Τριγυρνούσε και άλλοτε, με το μικρούτσικο στοματάκι του, χαμογελούσε στη μοναξιά του και άλλοτε, γέμιζαν με δάκρυα τα τεράστια παράταιρα καστανά του μάτια. Τα δάκρυα ήταν τόσο μεγάλα, αφού έβγαιναν απ’ τα τεράστια μάτια του, που έπεφταν βαριά πάνω στο χώμα, αφήνοντας χοντρές υγρές κηλίδες, που έκαναν ώρες για να στεγνώσουν.

Το αγόρι διασκέδαζε κλαίγοντας να ζωγραφίζει δρόμους με τα δάκρυά του. Σχεδίαζε δρόμους από τη μια άκρη του χωριού ως την άλλη και μετά διασταυρώσεις και μονοπάτια και παράλληλους δρόμους και στροφές στριφογυριστές και ακολουθούσε τις γραμμές των δακρύων του και ως να στεγνώσουν τα δάκρυα απ’ το χώμα, στέγνωναν και τα δάκρυα από τα τεράστια μάτια του.

Το μικρόσωμο αγόρι έμαθε να τριγυρνάει ατρόμητο πάνω στους δρόμους που σχημάτιζε. Έμαθε να μη φοβάται τη μοναξιά του, αφού ο χάρτης των δακρύων του τον οδηγούσε πίσω στο σπίτι του και σε γνωστά πια, από τις τόσες διαδρομές, μέρη.

Ένα πρωί, το κοντόσωμο αγόρι, αποφάσισε να δοκιμάσει να ζωγραφίσει δρόμους δακρύων και πιο πέρα απ’ το χωριό του. Αποφάσισε να δει πως είναι ο κόσμος πιο μακριά από αυτά που είχε μάθει.

Κλαίγοντας που θα άφηνε τον τόπο που γεννήθηκε, ξεκίνησε το μεγάλο ταξίδι του χαρτογράφου…

Ακολουθώ τους δρόμους των δακρύων του αγοριού για να γνωρίσω τον κόσμο. Όταν τον συναντήσω, θα του μιλήσω για σένα και θα χαμογελάσουμε με υγρά από χαρά μάτια, για να μην τελειώσει το ταξίδι ποτέ.

ΠΑΡΑΜΥΘΙ 2

«Το αγόρι με τα πράσινα μεγάλα μάτια & το χαλί με τα κάγκελα”

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα αγοράκι με πράσινα μεγάλα μάτια. Το αγοράκι ζούσε σ’ ένα χωριό στην κορυφή του βουνού. Είχε πολλούς φίλους κι έπαιζε μαζί τους κάθε μέρα. Κοντά στο μικρό χωριό υπήρχε ένα τεράστιο πυκνό δάσος, γεμάτο ζώα και πουλιά. Τα παιδιά του χωριού σκαρφίζονταν περιπέτειες και εξερευνήσεις. Σκαρφάλωναν στα ψηλά δέντρα, περνούσαν μέσα από το ποτάμι, κυνηγούσαν με τις σφεντόνες τους λαγούς και κοκκινολαίμηδες, έπιαναν βατράχια, έπαιζαν με τα ελάφια. Το παιχνίδι τους διαρκούσε όλη μέρα και το βράδυ τα παιδιά, εξαντλημένα και χαρούμενα, επέστρεφαν στα σπίτια τους. Ανέβαιναν στις στέγες και κοίταζαν τ’ αστέρια στον ουρανό.

Ένα βράδυ, καθώς το μικρό αγόρι με τα πράσινα μεγάλα μάτια ονειροπολούσε κοιτάζοντας τ’ αστέρια που τρεμόσβηναν, άρχισε να φαντάζεται διαδρομές στον ουρανό, να περνά ανάμεσα από τ’ αστέρια και το φεγγάρι, να πιάνεται από την ουρά ενός γαλαξία και να τρέχει διασχίζοντας όλο τον ουράνιο θόλο. Ήταν χαρούμενο να βλέπει τον εαυτό του να αιωρείται, να πηγαίνει όπου θέλει, να μη το εμποδίζουν τα δέντρα, οι πέτρες, τα ποτάμια, τα βουνά. Χαμογελούσε με τις εικόνες που ζωγράφιζε στο μυαλό του και ήταν έτοιμο να αφεθεί στο όνειρο, όταν το βλέμμα του σκοτείνιασε και τα πράσινα μεγάλα μάτια, έτοιμα πριν από λίγα λεπτά να αποκοιμηθούν, άνοιξαν διάπλατα και ένα δάκρυ, μπορεί και δύο, πράσινο δάκρυ, κύλησε στο μάγουλό του.

«Δεν θα μπορέσω ποτέ να τρέξω στον ουρανό, γιατί δεν είμαι πουλί και δεν μπορώ να πετάξω. Θα μείνω για πάντα κολλημένος στη γη και το μεγαλύτερο ύψος που θα μπορέσω ν’ ανέβω ποτέ, θα έχει το ύψος του βουνού που βρίσκεται πίσω από το χωριό μου», σκέφτηκε με απογοήτευση το αγοράκι με τα πράσινα μεγάλα μάτια.

«Θα μπορώ μόνο να ονειρεύομαι περιπέτειες στον ουρανό κοιτάζοντας τα αστέρια κι αυτές θα χάνονται με το ξημέρωμα, όταν θα έρχεται η ώρα να κατέβω από τη στέγη του σπιτιού και θα μπορώ μόνο να πατώ τα πόδια μου στη γη και να παίζω με τους φίλους μου, αλλά δε θα μπορώ να πετάξω». Αυτές τις σκέψεις έκανε το αγοράκι και αποκοιμήθηκε με τα φρύδια σμιχτά από τη λύπη και τον θυμό.

Η επόμενη ημέρα ξημέρωσε με τη φωνή του πραματευτή που περνούσε κάθε δύο μήνες από το μικρό χωριό με το γαϊδουράκι του φορτωμένο πραμάτειες. Αυτό το γαϊδουράκι ήταν πολύ αστείο γιατί είχε ένα μικρό σώμα και πάνω σε αυτό κρατούσε ένα τεράστιο κεφάλι. Απορούσε κανείς πως αυτό το μικροκαμωμένο γαϊδουράκι μπορούσε να βαστά ένα τόσο μεγάλο κεφάλι κι επιπλέον, να κουβαλά κανάτια, υφάσματα, σκόνες που εξαφάνιζαν λεκέδες, παιχνίδια, σουρωτήρια, ακόμη και χαλιά, όπως εκείνη την ημέρα. Το αγοράκι ξέχασε την χθεσινοβραδινή λύπη του και κατέβηκε κουτρουβαλώντας τη στέγη για να πάει να χαζέψει το γαϊδουράκι με το τεράστιο κεφάλι. Καμιά φορά του μιλούσε και του τράβαγε τ’ αυτιά. Το γαϊδουράκι τότε στεκόταν υπομονετικά και τον άφηνε να το παιδεύει, γιατί τα πράσινα μεγάλα μάτια του μικρού αγοριού ήταν ευγενικά και φωτεινά.

Η μητέρα του μικρού αγοριού, ακούγοντας τον πραματευτή, βγήκε από το σπίτι σκουπίζοντας τα χέρια της σε μια πετσέτα. Μέρες τώρα τον περίμενε να φανεί, γιατί πριν από δύο μήνες του είχε παραγγείλει ένα χαλί από τη πόλη, να έχει να στρώνει στην επίσημη σάλα  τις κρύες ημέρες του χειμώνα. Ο πραματευτής ζήτησε βοήθεια από το μικρό αγοράκι να ξεφορτώσουν το χαλί και να το βάλουν στην αυλή, να το ανοίξει, να δείξει στην κυρά του σπιτιού το προϊόν που έφερε, πόσο όμορφο ήταν και πως άξιζε τα λεφτά που θα της ζητούσε.

Στο μεταξύ, είχε μαζευτεί όλη η γειτονιά να παραλάβει τις παραγγελίες από τον πραματευτή, να κάνει νέες παραγγελίες, αλλά κυρίως να θαυμάσει το καινούριο χαλί. Καθώς το ξετύλιγαν άρχισαν να πετάγονται από μέσα χρώματα, εικόνες, ανθρώπινες μορφές, ζώα, φυτά, λουλούδια. Τα σχέδια του χαλιού, ολοζώντανα θαρρείς, έκαναν τους χωριανούς να σταθούν σαν αγάλματα, άφωνα και ακίνητα και το μόνο που ακούστηκε ήταν ένα μακρόσυρτο «Αααααααααα!!!», θαυμαστικό του θαύματος που ξετυλίχτηκε εμπρός τους. Όταν απόσωσε η έκπληξη και αφού ακούστηκαν λόγια θαυμασμού για το πολύχρωμο παραλληλόγραμμο χαλί, που κουβαλούσε εικόνες ενός άλλου κόσμου, ο καθένας πήρε τον δρόμο για το σπίτι του. Ο πραματευτής περήφανος για την αγοραπωλησία που έκανε, φορτωμένος με νέες παραγγελίες, συνέχισε το ταξίδι του στα γύρω χωριά του βουνού, κρατώντας από τα γκέμια το μικρόσωμο γαϊδουράκι με το τεράστιο κεφάλι και σφυρίζοντας ανέμελα, όπως μόνο οι πλανόδιοι ξέρουν.

Το μικρό αγόρι βοήθησε τη μητέρα του να τυλίξουν το χαλί και το μετέφεραν στη σάλα του σπιτιού, ένα δωμάτιο που παρέμενε κλειδωμένο όλες τις ημέρες του χρόνου και άνοιγε μόνο σε μεγάλες γιορτές και χαρές. Το κλειδί το φυλούσε η μητέρα σε μέρος κρυφό, για να σιγουρέψει τα πολύτιμα που κρατούσε εκεί μέσα από την περιέργεια του μικρού αγοριού. Όμως, η μητέρα δεν ήξερε πως το μικρό αγόρι με τα πράσινα μεγάλα μάτια γνώριζε τη μυστική κρυψώνα του κλειδιού κι όταν η μάνα έλειπε από το σπίτι, ξεκλείδωνε κρυφά τη σάλα και θαύμαζε την ακινησία των πολύτιμων αντικειμένων, που περνούσαν από γενιά σε γενιά. Κηροπήγια, διάφανα κρύσταλλα, σκαλιστές καρέκλες, κεντημένα τραπεζομάντηλα, αυτά ήταν τα «πολύτιμα» της μητέρας και κουβαλούσαν απάνω τους πρόσωπα και αναμνήσεις μιας αλλιώτικης εποχής. Και τώρα εκεί μέσα ήταν φυλαγμένο και το πολύχρωμο χαλί, που δεν έλεγε να φύγει από τα μάτια του.

Το μικρό αγόρι ανυπομονούσε να πέσει το βράδυ. Απόψε δεν θα σκαρφάλωνε στη στέγη του σπιτιού. Απόψε δεν θα μισόκλεινε τα μάτια να δει τ’ αστέρια να τρεμουλιάζουν. Απόψε δεν θα ονειρευόταν ταξίδια στον ουρανό. Απόψε θα ξεκλείδωνε την πόρτα της σάλας, θα ξετύλιγε στο ξύλινο πάτωμα τις πολύχρωμες εικόνες του χαλιού και θα τις περπατούσε με τα πόδια ξυπόλυτα. Θα ξάπλωνε στο χαλί και θα έφτιαχνε παραμύθια για άλλες χώρες μακρινές και άγνωστες.

Του φάνηκε ατελείωτη η μέρα. Του φάνηκαν βαρετά τα παιχνίδια με τους φίλους στο δάσος. Νόμιζε πως ο ήλιος δεν θα αποφάσιζε ποτέ να σβήσει το φως του, να φύγει και να δώσει τη θέση του στη νύχτα, για να καλύψει τη σκανταλιά που από το πρωί σκάρωνε στο μυαλό του.

Όμως, ο ήλιος έκανε τη γνωστή του πορεία και η νύχτα τον διαδέχτηκε και μαζί της σιγά σιγά σώπασαν οι χαρούμενες φωνές των παιδιών, ησύχασαν οι ήχοι του χωριού. Οι γιαγιάδες άφησαν στη μέση τα παραμύθια τους. Οι άντρες και οι γυναίκες του χωριού, οι πατεράδες και οι μανάδες των παιδιών,  άφησαν για την επόμενη μέρα τις δουλειές τους στα χωράφια, στα μαγαζιά, στα σπίτια κι αποκοιμήθηκαν.

Αυτή την ώρα, την ώρα που μόνο η κουκουβάγια έμενε ξάγρυπνη, το μικρό αγόρι τρύπωσε στη σάλα του σπιτιού με βήματα προσεχτικά και το φως του φεγγαριού να του δείχνει τις σκιές των επίπλων. Εκεί στη γωνιά, δίπλα στο σφαλισμένο παράθυρο στεκόταν το καινούριο χαλί. Το μικρό αγόρι το αγκάλιασε και με βήματα προσεχτικά το έσυρε στη μέση της σάλας. Όσο το ξετύλιγε, τόσο φαινόταν πως το δωμάτιο πλημμύριζε με φως και χρώματα. Στάθηκε για λίγο ακίνητο και αφουγκράστηκε. Φοβήθηκε μήπως και το φως αυτό που γέμιζε τη σάλα φέγγιζε από τη τζαμένια πόρτα και ξυπνούσε τους γονείς του. Τίποτα. Κανένας ήχος. Το αγόρι άπλωσε το χαλί και άρχισε να το περπατάει με τα πόδια γυμνά. Άρχισε να τρέχει και να χοροπηδάει, να κυλιέται πάνω του και να κάνει τούμπες. Ξάπλωσε και με  τα μάτια κλειστά έφερε μπροστά του τις θαυμαστές εικόνες που ήταν υφασμένες πάνω στο χαλί. Τότε ήταν που άκουσε μια φωνή μέσα στην ησυχία, μια φωνή απόκοσμη, να του μιλά. Κάπου την ήξερε αυτή τη φωνή. Την είχε ξανακούσει. Δεν ήταν ανθρώπινη. Δεν ήταν φωνή σαν αυτές που άκουγε όλη τη μέρα στο χωριό. Ήταν αλλιώτικη. Αυτή η φωνή…. έμεινε για λίγο αποσβολωμένος μετρώντας τα λογικά του… αυτή η  φωνή είναι…. Είναι γκάρισμα γαϊδάρου. Ήταν ο μικρόσωμος γάιδαρος με το τεράστιο κεφάλι που του μιλούσε. Άκουγε τα λόγια καθαρά. Φοβόταν να το πιστέψει, αλλά τα λόγια έμπαιναν καθαρά μέσα στ’ αυτιά του.

«Μπορείς να κάνεις ταξίδια μακρινά με τούτο το χαλί μικρό πρασινομάτικο αγόρι. Δεν είναι σαν όλα τ’ άλλα. Είναι μαγικό το χαλί που ξαπλώνεις. Μπορείς να πετάξεις στ’ αστέρια που τόσο ονειρεύτηκες. Μπορείς να δεις κόσμους αλλιώτικους, ανθρώπους με άλλα χρώματα, θάλασσες ατελείωτες, βουνά τόσο ψηλά που αγγίζουν τον ουρανό. Μπορείς να πετάξεις ψηλά»

Το μικρό αγόρι άκουγε έκπληκτο τα λόγια του μικρόσωμου γαϊδάρου. Μεγάλη χαρά ένιωσε, αλλά και τρόμο. Πώς να φτάσει τόσο ψηλά; Πώς να αγγίξει τον ουρανό; Κι αν πέσει; Αν γλιστρήσει από το χαλί; Τι θα απογίνει; Αν στα ταξίδια του ο άνεμος φυσάει δυνατά; Πως θα μπορέσει να σταθεί απάνω στο χαλί; Πως δε θα κουτρουβαλήσει στο κενό, όπως κάνει κάθε πρωί από τη στέγη του σπιτιού;

«Τι θέλεις να κάνω για σένα;», ρώτησε ο γάϊδαρος.

«Θέλω να βάλεις κάγκελα γύρω από το χαλί, να νιώθω σίγουρος πως δεν θα πέσω.», αποκρίθηκε το αγόρι.

«Πώς να σου βάλω κάγκελα μικρό αγόρι; Δε γίνεται αυτό που ζητάς. Το χαλί είναι έτσι, δίχως κάγκελα. Σκέτο υφασμάτινο χαλί, πλεγμένο στον αργαλειό από γυναίκες που αφηγούνται ιστορίες παλιές», απάντησε ο γάιδαρος.

Το αγόρι δίστασε για λίγο. Ήθελε να βάλει τα κλάματα, να φωνάξει. Πως θα έκανε ένα τόσο μεγάλο ταξίδι χωρίς να έχει κάτι να τον προστατεύει;

«Μην κλαις πρασινομάτικο αγόρι. Μπορώ να σου υποσχεθώ πως το ταξίδι θα είναι μεγάλο και θαυμαστό. Όμως, δε μπορώ να σου υποσχεθώ προστασία. Δε μπορώ να σου υποσχεθώ πως δε θα κινδυνεύσεις. Δε μπορώ να σου πως δε θα σε χτυπήσει ο άνεμος. Άκου προσεχτικά τα λόγια μου. Όταν θα είσαι έτοιμος να ταξιδέψεις πάνω στο χαλί, δεν θα χρειάζεσαι κάγκελα για να σταθείς όρθιος. Τότε θ’ αφεθείς στο ταξίδι και δε θα νοιάζεσαι για τους κινδύνους που θα συναντήσεις. Θα περνάς μέσα απ’ αυτούς και θα πονάς και θα φοβάσαι, αλλά θα συνεχίζεις το ταξίδι σου», αυτά είπε το μικρόσωμο γαϊδουράκι με το τεράστιο κεφάλι και η φωνή του έσβησε στο σκοτάδι της νύχτας.

Ένα πράσινο δάκρυ κύλησε και πάλι από τα μάτια του μικρού αγοριού για το ταξίδι που δε μπορούσε να ξεκινήσει αυτή τη νύχτα κι έπειτα αποκοιμήθηκε.

Μη με ρωτάτε πότε έκανε το μεγάλο ταξίδι αυτό το μικρό χαρούμενο αγόρι με τα πράσινα μεγάλα μάτια. Μπορεί να το αρχίνησε εκείνο το ξημέρωμα, μπορεί να χρειάστηκε μερικούς μήνες για να το αποφασίσει, μπορεί και κάποια χρόνια. Το μόνο που μπορώ να σας πως είναι πως το ταξίδι πάνω στο χαλί πραγματοποιήθηκε χωρίς κάγκελα, χωρίς περιορισμούς και ψεύτικες προστασίες.